Δύο βιβλία για την τρέλα

Δύο βιβλία για την τρέλα

Η τρέλα σαν θέμα έχει χρησιμοποιηθεί πολλάκις σε βιβλία, ταινίες και έργα τέχνης. Έχουν αναλυθεί χαρακτήρες με σχιζοφρένεια, παράνοια αλλά και με πιο ήπιες μορφές. Την πιο “γοητευτική” μορφή όμως κατέχουν οι ιστορίες της αργής μετάβασης του ήρωα από την κανονικότητα στη κόλαση της τρέλας. Η Μαρία στη ταινία A Blast που αναρτήσαμε βρίσκεται σε μια δύσκολη θέση που δεν μπορεί να διαχειριστεί. Μοιραία καταρρέει επιθυμώντας να απομακρυνθεί από όλους. Πιο δύσκολες περιπτώσεις κατάβασης στη παράνοια έχει αναλύσει πολύ εύστοχα ο Πολάνσκι με δυο παρόμοιες ταινίες : Στο Repulsion η Κατρίν Ντενέβ οραματίζεται βιασμούς και κυκλοφορεί με ένα ψόφιο κουνέλι στη τσάντα ενώ στον Ένοικο ο ίδιος ενσαρκώνει έναν ψυχωτικό ήρωα που παθαίνει εμμονή με την προηγούμενη ένοικο του διαμερίσματος. Και στις δύο ταινίες η αποτύπωση μέχρι το τραγικό τέλος είναι εξαιρετική του βάσανου που καλείται να αντιμετωπίσει ο ήρωας.

Σε έναν άλλο Ένοικο, εκείνον του Θέρκας η ιστορία φαίνεται να επαναλαμβάνεται. Ο καθηγητής που βλέπει να χάνει τη τύχη και την αυτοπεποίθησή του αποκολλάται αργά από την καθημερινότητα. Ασφυκτιά από τη βαρετή ζωή του και ψάχνει διέξοδο. Φαντάζεται εχθρούς και κάθεται μόνος στο σκοτάδι για ώρες αποδεχόμενος την κατάθλιψη.

carrere

Στο Μουστάκι του Εμμανουέλ Καρρέρ δίνεται με μαεστρία η ολοκληρωτική παράδοση στη παράνοια. Η καλοβαλμένη ζωή, ασφυκτική για τον ήρωα. Το μουστάκι είναι απλώς η αλληγορική αφορμή για τις αλλεπάλληλες εξελίξεις.

Δεν θα προβώ σε spoilers για δύο εκπληκτικά βιβλία που αναλύουν ένα θέμα τόσο λεπτό αλλά και τόσο ανθρώπινο συνάμα. Αποτελούν τροφή για σκέψη για τον κάθε αναγνώστη ως προς την βασική υπενθύμιση της απειλής της παράνοιας σε καθημερινούς ανθρώπους χωρίς “βεβαρημένο” ιστορικό. Είναι παράλληλα ένα καμπανάκι ότι όλο και αυξάνονται τα κρούσματα ακριβώς σ’εκείνες τις ασφαλείς – τρόπων τινά – κατηγορίες ανθρώπων.

Κάποια μαθήματα (και αμερικανικής) ιστορίας

Κάποια μαθήματα (και αμερικανικής) ιστορίας

Χιλή 1970. Ο μαρξιστής υποψήφιος των συνασπιζόμενων δυνάμεων της Αριστεράς Σαλβαδόρ Αλλιέντε κερδίζει τις εκλογές και εκλέγεται πρόεδρος. Στην προεκλογική του ατζέντα είχε υποσχεθεί τις κρατικοποιήσεις πολλών εταιρειών ξένων συμφερόντων με κυριότερη εκείνη της εξόρυξης χαλκού. Η Αμερική της ελευθερίας και της δημοκρατίας δεν μένει με σταυρωμένα τα χέρια. Κυρήσσει εμπάργκο στη χώρα και παρησφύει στις συνδικαλιστικές οργανώσεις οργανώνοντας μαζικές απεργίες. Η οικονομία παίρνει την κατιούσα. Ο κόσμος, όμως, είναι υποψιασμένος και δεν υποχωρεί. Στηρίζει έναν θαραλλέο πρόεδρο που τηρεί στο έπακρο τις υποσχέσεις του. Όταν πια τα διάφορα τεχνάσματα δεν βρίσκουν ανταπόκριση, σειρά παίρνουν τα όπλα.

Χιλή 1973. Το έργο, βέβαια, αναλαμβάνει η CIA και τη δουλειά προσωπικά ο ακριβοθώρητος Χένρι Κίσινγκερ. Μία χώρα της Λατινικής Αμερικής που αποφάσισε να εκλέψει πρόεδρο με διαφανείς εκλογές αντιμετωπίζεται σαν την αποικία της παντοδύναμης δύναμης. Και όπως έχει αποδείξει και στο παρελθόν με μικρές εξαιρέσεις τα καταφέρνει περίφημα. Με τη βία. Με τα τανκς. Με ένα πειθήνιο όργανο (στη συγκεκριμένη περίπτωση ο στρατηγός Πινοσέτ) που βγαίνει μπροστά να καταπολεμήσει την κόκκινη απειλή. Ο Αλλιέντε αυτοκτονεί στο Προεδρικό Μέγαρο. Χιλιάδες πολίτες μαζεύονται στο ποδοσφαιρικό γήπεδο και εκτελούνται με συνοπτικές διαδικασίες.

Πρόκειται ίσως για το σημαντικότερο παράδειγμα της παρέμβασης της αιμοσταγούς Αμερικής απέναντι σε οποιοδήποτε κράτος ζητά αυτονομία και επιθυμεί να ξεφύγει από τη ζώνη επιρροής της. Είναι η σημαντικότερη διαστρέβλωση ότι πάντοτε ήταν ένα ελεύθερο κράτος με σεβασμό στη δημοκρατία. Είναι τόσο καλά θωρακισμένη σε πολιτικό επίπεδο που έχει αναγάγει την προπαγάνδα σε ύψιστο βαθμό. Γιατί όταν υπήρχαν αμφιβολίες για τις βόμβες και τα πυρομαχικά που έπεφταν βροχή σε κάθε σημείο του πλανήτη αντιπαρέβαλλαν το σημαντικότερο επιχείρημα στον μέσο Αμερικανό πολίτη. Ναι, αλλά εσύ περπατάς ελεύθερος στην Πέμπτη Λεωφόρο.

Victoria

Victoria

Πόσο ευχάριστο είναι να βλέπεις μια καλή ευρωπαϊκή ταινία χωρίς αργόσυρτα πλάνα και αδιέξοδους μονολόγους! Αυτή η φρεσκάδα και ο πειραματισμός που βγάζει το Victoria πολύ δύσκολα συναντάται στο αμερικανικό σινεμά. Σύμφωνοι, το σενάριο είναι απλοϊκό. Μία Ισπανίδα στο βραδινό Βερολίνο γνωρίζει παρέα ντόπιων. Χορεύουν, αράζουν, γελάνε και φλερτάρουν.Μέχρι τη στιγμή που μια επικίνδυνη επιχείρηση ανατρέπει τα πάντα.

Ο σκηνοθέτης Sebastian Schipper είχε παίξει στο θρυλικό πλέον Τρέξε Λόλα Τρέξε και σαφώς έχει επηρεαστεί από το ύφος της συγκεκριμένης ταινίας. Τολμώ να πω, όμως, ότι κατάφερε και το πήγε ένα βήμα παραπέρα. Μπορεί σεναριακά να πάσχει από την πρωτοτυπία της Λόλας αλλά κερδίζει επάξια στη μαεστρία της σκηνοθεσίας. Με ένα ασυγκράτητο σόλο δύο ωρών και κάτι με μονοκάμερο (αυθεντικό και όχι Ινιαριτικό στο Birdman) περνά από την διασκέδαση στον τρόμο πατώντας φρένο μόνο εκεί που χρειάζεται (εξαιρετική η σκηνή του πιάνου).

Στο χρονικό πλαίσιο και στη κάμερα θυμίζει Νοέ στο Μη Αναστρέψιμος χωρίς να καταφεύγει στους εντυπωσιασμούς της βίας που καταπιάστηκε ο εκκεντρικός Γαλλοαργεντινός. Θυμίζει επίσης και το Μίσος του Κάσοβιτς στη φρεσκάδα. Όσο υπέροχο είναι να σε κρατά μια ταινία μ’ένα σφιχτοδεμένο σενάριο άλλο τόσο είναι να σου υπόσχεται πράγματα για τη συνέχεια μέσα από μία γεμάτη ένταση και κούνημα κάμερα. Η συνέχεια για τον Schipper είναι δύσκολη γιατί οι προσδοκίες είναι πλέον στα ύψη.

A Blast

A Blast

Ο Σύλλας Τζουμέρκας κινηματογραφεί εκρηκτικά. Αν οι νέοι Έλληνες κινηματογραφιστές διακρίνονται από το προσωπικό ύφος στις ταινίες τους τότε ο Τζουμέρκας κερδίζει επάξια τη πρώτη θέση στη κατηγορία της έντασης και του καταιγιστικού ρυθμού. Στην εξαιρετική Χώρα Προέλευσης έδωσε δείγματα γραφής αυτού του στυλ σε βαθμό όμως που μετά τα μισά της ταινίας κούρασε. Κάτι το οποίο δεν συμβαίνει στην Έκρηξη (A Blast).

Η ένταση είναι πάλι παρούσα είτε με φωνές και υστερίες είτε με κυνηγητά με αυτοκίνητα. Εδώ, όμως, δεν χρησιμοποιείται σαν όχημα αλλά σαν φυσικό επακόλουθο μιας οριακής κατάστασης. Η Ελλάδα σε κρίση παρασέρνει τις σχέσεις των ανθρώπων. Γεννιούνται αισθήματα φθόνου, βίας και κυνισμού σε ακραία σημεία. Η συγκλονιστική Αγγελική Παπούλια (είναι ευλογία να βλέπεις την αντίθεση με τον ρόλο της στο Lobster) συγκεντρώνει όλη τη πίεση και την δυστυχία με το βλέμμα και τις κινήσεις της.

Μία ταινία που αξίζει να δείτε περισσότερο σαν μάθημα ρεαλισμού παρά σαν εκρηκτικό κρέσεντο βίας και που αν για οποιοδήποτε λόγο δεν σας ενθουσιάσει σταθείτε στον εκπληκτικό μονόλογο της Μαρίας στο group therapy, σίγουρα από τις πιο συναισθηματικές των τελευταίων ετών σε ελληνική ταινία.